wrapper

Επίκαιρα θέματα

Ν.4474/2017 - Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376 κ.λπ.

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις
της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376 και άλλες διατάξεις

Ν.4474/2017 (ΦΕΚ 80/Α’/7.6.2017)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2015/2376 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 8ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Άρθρο 1

Με τα άρθρα 1 έως και 6 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376 του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ L 332 της 18ης. 12.2015) για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (ΕΕ L64 της 11ης.3.2011), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ L 359 της 16ης.12.2014), όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας. Η Οδηγία 2011/16/ΕΕ και η τροποποιητική της Οδηγίας 2014/107/ΕΕ έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τα άρθρα 1 έως 25 και τα Παραρτήματα Ι και II του ν.4170/2013 (Α’ 163) και με τα άρθρα 1 έως 4 του ν.4378/2016 (Α’ 55).

Άρθρο 2
(άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376)

1. Η παρ. 9 του άρθρου 4 του ν.4170/2013 (Α’ 163), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.4378/2016, αντικαθίσταται ως εξής:
«9. «αυτόματη ανταλλαγή»:
α) για τους σκοπούς της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και του άρθρου 9Α, η συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος-μέλος, χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προτέρων καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του άρθρου 9, ως διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους-μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες και οι οποίες μπορεί να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες του συγκεκριμένου κράτους-μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών,
β) για τους σκοπούς της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών-μελών στο ενδιαφερόμενο κράτος-μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενο αίτημα και ανά τακτά προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα. Στο πλαίσιο της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 9, της περίπτωσης β' της παραγράφου 5 του άρθρου 9, της παραγράφου 2 του άρθρου 21 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 24, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία γράμματα έχει τη σημασία που αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα Ι’.
γ) για τους σκοπούς του παρόντος, πλην των διατάξεων των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και του άρθρου 9Α, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' και β' της παρούσας παραγράφου.».
2. Στο άρθρο 4 του ν.4170/2013 προστίθενται παράγραφοι 14, 15, 16 και 17, ως εξής:
«14. «εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση»: κάθε συμφωνία, κοινοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, που πληροί τους ακόλουθους όρους:
α) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της φορολογικής αρχής κράτους-μέλους ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως αν χρησιμοποιείται πράγματι,
β) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί,
γ) αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή νομοθετικής ή διοικητικής διάταξης σχετικά με τη διαχείριση ή επιβολή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τους φόρους του κράτους-μέλους ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης,
δ) αφορά διασυνοριακή συναλλαγή ή το ερώτημα εάν οι δραστηριότητες που ασκούνται από πρόσωπο σε άλλη δικαιοδοσία δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση, και ε) εκδίδεται πριν από τις συναλλαγές ή τις δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση ή πριν από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν η συναλλαγή ή η σειρά συναλλαγών ή οι δραστηριότητες.
Η διασυνοριακή συναλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτές, την πραγματοποίηση επενδύσεων, την παροχή αγαθών, υπηρεσιών, τη χρηματοδότηση ή τη χρησιμοποίηση υλικών ή άυλων περιουσιακών στοιχείων και δεν εμπλέκει κατ' ανάγκην άμεσα το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση.
15. «εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης»: κάθε συμφωνία, κοινοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, που πληροί τους ακόλουθους όρους:
α) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της φορολογικής αρχής ενός ή περισσοτέρων κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών του, καθώς και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως αν χρησιμοποιείται πράγματι,
β) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί, και
γ) καθορίζει πριν από τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, ένα σύνολο κατάλληλων κριτηρίων για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης των εν λόγω συναλλαγών ή καθορίζει την κατανομή των κερδών σε μια μόνιμη εγκατάσταση.
Οι επιχειρήσεις θεωρούνται συνδεδεμένες, όταν μια από αυτές συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο της άλλης ή όταν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο των επιχειρήσεων.
Οι τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών είναι εκείνες με τις οποίες μια επιχείρηση μεταβιβάζει υλικά αγαθά και άυλα περιουσιακά στοιχεία ή παρέχει υπηρεσίες σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις. Ο όρος «ενδοομιλική τιμολόγηση» πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τα ανωτέρω.
16.α. Για τους σκοπούς της παραγράφου 14, ως «διασυνοριακή συναλλαγή» νοείται μια συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών όταν:
αα) τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών δεν έχουν όλα τη φορολογική κατοικία τους στο κράτος-μέλος που εκδίδει, τροποποιεί ή ανανεώνει την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση,
ββ) ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών έχει τη φορολογική κατοικία του ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, ή
γγ) ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών ασκεί τις δραστηριότητές του σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης και η συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της μόνιμης εγκατάστασης. Μια διασυνοριακή συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών περιλαμβάνει, επίσης, μέτρα που λαμβάνονται από ένα πρόσωπο όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία τις οποίες το πρόσωπο αυτό ασκεί μέσω μόνιμης εγκατάστασης, ή
δδ) έχει διασυνοριακές επιπτώσεις.
β. Για τους σκοπούς της παραγράφου 15, ως «διασυνοριακή συναλλαγή» νοείται μια συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών στην οποία συμμετέχουν συνδεδεμένες επιχειρήσεις που δεν έχουν όλες τη φορολογική κατοικία τους στο έδαφος μιας μοναδικής δικαιοδοσίας ή όταν η συναλλαγή ή η σειρά συναλλαγών έχει διασυνοριακές επιπτώσεις.
17. Για τους σκοπούς των παραγράφων 15 και 16, ως «επιχείρηση» νοείται κάθε μορφή άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.».
3. Η περίπτωση α' της παρ. 5 του άρθρου 9 του ν.4170/2013 καταργείται.

Άρθρο 3
(άρθρο 1 παρ. 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376)

Μετά το άρθρο 9 του ν.4170/2013 προστίθενται άρθρα 9Α και 9Β, ως εξής:

«Άρθρο 9Α
Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής
αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις
και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης.

1. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 κοινοποιεί, με αυτόματη ανταλλαγή, συναφείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν μια εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή μια εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21.
2. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 κοινοποιεί επίσης, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21, στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8, πληροφορίες σχετικά με τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης που εκδόθηκαν, τροποποιήθηκαν ή ανανεώθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2012.
Αν έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2012 και 31ης Δεκεμβρίου 2013, αυτή η κοινοποίηση πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2014.
Αν έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2014 και 31ης Δεκεμβρίου 2016, αυτή η κοινοποίηση πραγματοποιείται ανεξάρτητα από το εάν εξακολουθούν να ισχύουν.
3. Οι διμερείς ή πολυμερείς εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης με τρίτες χώρες εξαιρούνται από το πεδίο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, αν η διεθνής φορολογική συμφωνία, βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευσή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τι μολόγησης, δεν επιτρέπει την κοινοποίηση της σε τρίτους. Ανταλλαγή των ανωτέρω διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 10, εφόσον επιτρέπεται η κοινοποίηση τους σύμφωνα με τη διεθνή φορολογική συμφωνία, βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευση τους, και η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών.
Σε περίπτωση εξαίρεσης των διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης από την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ανταλλάσσονται, αντί αυτών, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 6, οι οποίες αναφέρονται στο αίτημα που οδήγησε στην έκδοση των ανωτέρω συμφωνιών.
4. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν αν η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά και περιλαμβάνει αποκλειστικά τις φορολογικές υποθέσεις ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων.
5. Η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται ως ακολούθως:
α) όσον αφορά τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 1:
εντός τριμήνου από το τέλος του εξαμήνου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο οι εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις ή οι εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί,
β) όσον αφορά τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 2:
πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018.
6. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
α) τα στοιχεία αναγνώρισης του προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, και, κατά περίπτωση, της ομάδας προσώπων στην οποία ανήκει,
β) σύνοψη του περιεχομένου της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, περιλαμβανομένης περιγραφής των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή συναλλαγών ή σειράς συναλλαγών υπό γενικούς όρους, χωρίς να αποκαλύπτεται εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, εμπορική διαδικασία ή πληροφορία της οποίας η κοινοποίηση αντιβαίνει στη δημόσια τάξη,
γ) τις ημερομηνίες έκδοσης, τροποποίησης ή ανανέωσης της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,
δ) την ημερομηνία έναρξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν προσδιορίζεται,
ε) την ημερομηνία λήξης της περιόδου ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν προσδιορίζεται,
στ) το είδος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,
ζ) το ποσό της συναλλαγής ή της σειράς συναλλαγών της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, εφόσον το ποσό αυτό αναφέρεται στην ανωτέρω σχετική απόφαση ή συμφωνία,
η) την περιγραφή του συνόλου των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,
θ) τον προσδιορισμό της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης,
ι) τον προσδιορισμό των άλλων κρατών-μελών, εφόσον υπάρχουν, τα οποία είναι πιθανό να αφορά η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή η εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης,
ια) τα στοιχεία αναγνώρισης οποιουδήποτε προσώπου, πλην φυσικού προσώπου, στα άλλα κράτη-μέλη που είναι πιθανό να θίγεται από την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή την εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης (αναφέροντας το κράτος-μέλος με το οποίο συνδέονται τα θιγόμενα πρόσωπα), και
ιβ) την ένδειξη για το αν η πληροφορία που κοινοποιείται βασίζεται στην ίδια την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης ή στο αίτημα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3.
7. Προς διευκόλυνση της ανταλλαγής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 6, η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 τηρεί τα πρακτικά μέτρα που θεσπίζονται από την Επιτροπή και απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την τυποποίηση της κοινοποίησης των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 6, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την κατάρτιση του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 20.
8. Οι πληροφορίες που ορίζονται στις περιπτώσεις α', β, η' και ια' της παραγράφου 6 δεν κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
9. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιβεβαιώνει, εάν είναι δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και οπωσδήποτε το αργότερο εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών, τη λήψη των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που της διαβίβασε τις πληροφορίες. Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται μέχρις ότου τεθεί σε λειτουργία το ευρετήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 21.
10. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 6, και λαμβάνοντας υπόψη την παράγραφο 5 του άρθρου 21, να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και το πλήρες κείμενο της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης.

Άρθρο 9Β
Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αυτόματες ανταλλαγές

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018, η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 παρέχει στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9Α με κοινοποίηση των στοιχείων αυτών στην αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 5 και, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές και άλλες συναφείς δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές καθώς και οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταβολές, τόσο για τις φορολογικές διοικήσεις όσο και για τρίτους.».

Άρθρο 4
(άρθρο 1 παράγραφοι 4 και 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376)

1. Μετά την παρ. 5 του άρθρου 20 του ν.4170/2013 προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:
«6. Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 9Α διενεργείται με τη χρήση τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνεται, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ρυθμίσεων, από την Επιτροπή. Το τυποποιημένο έντυπο του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνει μόνον τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 9Α για την ανταλλαγή των πληροφοριών, καθώς και πεδία που συνδέονται με τα στοιχεία αυτά και απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 9Α.
Με βάση τις γλωσσικές ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, οι πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 9Α μπορεί να κοινοποιούνται στην ελληνική γλώσσα ή και σε οποιαδήποτε άλλη από τις επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας της Ένωσης με την πρόβλεψη ότι τα βασικά στοιχεία των εν λόγω πληροφοριών αποστέλλονται επίσης και σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα και γλώσσα εργασίας της Ένωσης.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 21 του ν.4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του ευρετηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 6 και του δικτύου CCN.».
3. Μετά την παρ. 5 του άρθρου 21 του ν.4170/2013 προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:
«6. Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9Α πραγματοποιείται μέσω της ανάπτυξης και παροχής, μαζί με την υλικοτεχνική υποστήριξη, από την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017, ενός ασφαλούς κεντρικού ευρετηρίου για τα κράτη-μέλη, το οποίο αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, και στο οποίο καταγράφονται οι προς κοινοποίηση πληροφορίες. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που καταγράφονται στο ευρετήριο του προηγούμενου εδαφίου. Μέχρι να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω ασφαλές κεντρικό ευρετήριο, η αυτόματη ανταλλαγή που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9Α διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τις ισχύουσες πρακτικές ρυθμίσεις.».

Άρθρο 5
(άρθρο 1 παράγραφοι 6 και 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2376)

1. Η παρ. 2 του άρθρου 22 του ν.4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή, της παραγράφου 1 του άρθρου 4, κοινοποιεί, μέσω της αρμόδιας αρχής της παραγράφου 1 του άρθρου 5, στην Επιτροπή ετήσια αξιολόγησή της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που ορίζεται στα άρθρα 9 και 9Α, καθώς και των πρακτικών αποτελεσμάτων τα οποία επιτεύχθηκαν.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 22 του ν.4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η αρμόδια κατ' ανάθεση αρχή, της παραγράφου 1 του άρθρου 4, παρέχει στην Επιτροπή μέσω της αρμόδιας αρχής της παραγράφου 1 του άρθρου 5, για τους σκοπούς της αξιολόγησης των άρθρων 1 έως και 25 στατιστικά στοιχεία.».
3. Η παρ.4 του άρθρου 22 του ν.4170/2013 καταργείται.
4. Μετά το άρθρο 22 του ν.4170/2013 προστίθεται άρθρο 22Α, ως εξής:

«Άρθρο 22Α
Εμπιστευτικότητα των πληροφοριών

1. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 22, από την εκάστοτε αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 5 είναι εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές, καθώς και οποιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών μπορεί να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη-μέλη.
2. Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες από τα άλλα κράτη-μέλη μέσω της Επιτροπής, σύμφωνα με την παράγραφο 1, στην εκάστοτε αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 5 καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας.
3. Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που συντάσσονται από την Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τις ελληνικές αρχές μόνον για λόγους ανάλυσης, αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμα σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.».
5. Στην παράγραφο 10 της Ενότητας Γ’ στο Τμήμα VI- II του Παραρτήματος Ι του Κεφαλαίου Η' του ν.4170/2013, οι λέξεις «πριν από» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μετά την».

Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1 έως 4 και των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 5 αρχίζει από 1.1.2017 και της παραγράφου 5 του άρθρου 5 από 1.1.2016.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 7
Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α.

1. Η περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Φ.Π.Α., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2859/2000 (Α’ 248), αντικαθίσταται ως εξής:
«β) η ανάληψη από υποκείμενο στο φόρο αγαθών της επιχείρησής του για την ικανοποίηση αναγκών του ή του προσωπικού της επιχείρησης και γενικά η δωρεάν διάθεση αγαθών για σκοπούς ξένους προς την άσκηση της επιχείρησης. Εξαιρούνται τα δώρα μέχρις αξίας δέκα (10) ευρώ και τα δείγματα που διαθέτει ο υποκείμενος στο φόρο για την εκπλήρωση των σκοπών της επιχείρησής του.
Στο πλαίσιο αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, ως δώρα, που επίσης εξαιρούνται, θεωρούνται:
αα) Τα τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα ή άλλα αγαθά, πλην εκείνων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, που διατίθενται δωρεάν σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που έχουν συσταθεί νόμιμα στην Ελλάδα και έχουν αποδεδειγμένα φιλανθρωπικό ή κοινωφελή σκοπό, προκειμένου να διανεμηθούν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση ή την ανακούφιση ευπαθών κοινωνικών ομάδων χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον τα αγαθά αυτά δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Ως τέτοια αγαθά θεωρούνται αυτά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς πώληση ή αξιοποίηση, ιδίως λόγω λαθών ή ελαττωμάτων ή ελλείψεων στη συσκευασία, την επισήμανση ή το ζύγισμα, ή λόγω απόσυρσης από την αγορά ή λόγω εγγύτητας προς την ημερομηνία λήξης.
ββ) Τα αγαθά που παραδίδονται στις Υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, στους Ο.Τ.Α., στα Ν.Π.Δ.Δ., όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 14 του ν.4270/2014 (Α’ 143), στα εκκλησιαστικά Ν.Π., καθώς και στα Ν.ΓΙ.Ι.Δ. ή στις οντότητες, που εποπτεύονται από τους παραπάνω φορείς, προκειμένου να διατεθούν για την κάλυψη των αναγκών των προσφύγων, ανεξαρτήτως της αξίας και των προδιαγραφών κατασκευής αυτών.
γγ) Τα είδη σίτισης που παραδίδονται στο Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου να διανεμηθούν περαιτέρω άνευ ανταλλάγματος για την κάλυψη των αναγκών σίτισης των μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης.».
2. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του Κώδικα Φ.Π.Α., αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικά, για την παράδοση του παραγγελέα προς τον παραγγελιοδόχο, στην περίπτωση παραγγελιοδοχικών πωλήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5, αγροτικών προϊόντων για λογαριασμό αγροτών φυσικών προσώπων, για τις οποίες η εκκαθάριση εκδίδεται πέραν του μηνός κατ' εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο παραγγελιοδόχος.».

Άρθρο 8
Τροποποίηση διατάξεων
του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα

Το άρθρο 177 του ν.2960/2001 (Α’ 265) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1.α) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχονται χερσαία ή εναέρια μεταφορικά μέσα ή μηχανήματα έργου ή εμπορευματοκιβώτια, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας, ναρκωτικών ουσιών, μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, όπλων, εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, το υπηρεσιακό όργανο το οποίο επέβαλε την κατάσχεση ή η Υπηρεσία στην οποία υπηρετεί αυτό, τα παραδίδει, μαζί με αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή (αρμόδιο Τελωνείο ή Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων), που ορίζεται αποκλειστικός μεσεγγυούχος, συντασσόμενης έκθεσης παράδοσης και παραλαβής. Εάν οι παραπάνω υπηρεσίες αποδεδειγμένα στερούνται χώρων και δυνατοτήτων φύλαξης, τα κατασχεθέντα αντικείμενα δύναται να παραμένουν στην παραφυλακή της υπηρεσίας που προέβη στην κατάσχεση, εάν είναι αναγκαίο και με τη συνδρομή άλλων δημοσίων υπηρεσιών, η δε αρμόδια Τελωνειακή Αρχή οφείλει να μεριμνήσει για την άμεση διαχείριση τους. Για τη φύλαξη των εναέριων μέσων, εφόσον είναι αδύνατη η φύλαξη τους στο χώρο της κατάσχεσης, ζητείται η συνδρομή του πλησιέστερου πολιτικού ή στρατιωτικού αεροδρομίου.
β) Το ίδιο ως άνω όργανο ή η Υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί αυτό, επισυνάπτει τα πρωτότυπα της έκθεσης κατάσχεσης και της έκθεσης παράδοσης και παραλαβής, εφόσον αυτή έχει πραγματοποιηθεί, στα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης και κοινοποιεί υποχρεωτικά αντίγραφο του διαβιβαστικού εγγράφου της προανάκρισης στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο, κατά περίπτωση.
2.α) Όταν κατάσχονται πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα αντικειμένων λαθρεμπορίας ή ναρκωτικών ουσιών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή όπλων ή εκρηκτικών ή για διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος εν γένει, η κατά τόπο αρμόδια Λιμενική Αρχή φυλάσσει αυτά και, αν είναι η κατάσχουσα αρχή, διαβιβάζει αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, μαζί με τα υποβαλλόμενα στον αρμόδιο Εισαγγελέα στοιχεία της προανάκρισης, στο αρμόδιο Τελωνείο και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, για τη διαχείρισή τους.
β) Τα κατασχεθέντα πλωτά μέσα, ναυτιλιακός εξοπλισμός, τόσο ως εξοπλισμός επί πλωτού μέσου, όσο και ως μεμονωμένος εξοπλισμός, μηχανές πρόωσης κάθε είδους, τόσο επί του πλωτού μέσου, όσο και μεμονωμένα, παραμένουν στην παραφυλακή της Λιμενικής Αρχής, η οποία τα φυλάσσει, μέχρις ότου παραδοθούν στον αγοραστή που θα αναδειχθεί από τις πλειοδοτικές δημοπρασίες ή διατεθούν για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου ή αποδοθούν στον ιδιοκτήτη ή δοθεί εντολή καταστροφής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.
γ) Για πλωτά μέσα αξίας άνω των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ με βάση την έκθεση κοστολόγησής τους δύναται η Λιμενική Αρχή, μόνο εάν τεκμηριωμένα υφίσταται πλήρης αδυναμία αυτής για την φύλαξη των κατασχεθέντων, να διορίσει ειδικό μεσεγγυούχο από τους εγγεγραμμένους στον ειδικό κατάλογο πραγματογνωμόνων. Ο ειδικός μεσεγγυούχος παραλαμβάνει το πλωτό μέσο με λεπτομερές πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά όλα τα στοιχεία αυτού και των εξαρτημάτων του. Με την ως άνω παραλαβή ο μεσεγγυούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το φυλάσσει στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε και φέρει αποκλειστικά και προσωπικά την ευθύνη για οποιαδήποτε φθορά, ζημιά ή κλοπή εξαρτημάτων που θα προκληθεί σε αυτό. Η αποζημίωση και τα σχετικά έξοδα των μεσεγγυούχων εκκαθαρίζονται από την αρχή που διέταξε τη μεσεγγύηση ή φύλαξη ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας και η εκκαθάριση διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τα σχετικά δικαιολογητικά για την πληρωμή του δικαιούχου.
3. Η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, στην οποία παραδόθη καν τα κατασχεθέντα ή κοινοποιήθηκε η κατάσχεση των ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, συντάσσει, εφόσον αυτά προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκθεση επαλήθευσης με την οποία προσδιορίζει τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που αναλογούν στην εισαγωγή τους και αποστέλλει αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα μέσα σε ένα (1) μήνα από την παράδοση των κατασχεθέντων ή την κοινοποίηση της έκθεσης κατάσχεσης.
Για τα πλωτά και εναέρια μέσα αντίγραφο της έκθεσης επαλήθευσης διαβιβάζεται και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού.
4. α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, εάν κατά την κρίση του συντρέχει περίπτωση μη δήμευσης των κατασχεθέντων σύμφωνα με τα άρθρα 310 του Κ.Π.Δ., 160 παράγραφος 4 του παρόντος κώδικα ή άλλες διατάξεις, δύναται να διατάξει με αμετάκλητη απόφασή του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη.
β) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δύναται επίσης, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, να διατάξει με αμετάκλητη απόφαση του την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση των κατασχεθέντων σε αυτόν, ακόμα και αν συντρέχει περίπτωση δήμευσης των κατασχεθέντων, υπό τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης ισόποσης με την αξία τους, όπως αυτή προκύπτει από την έκθεση κοστολόγησης, προκειμένου να επέχει τη θέση των κατασχεθέντων που υπόκεινται σε δήμευση.
γ) Κάθε βούλευμα ή απόφαση σχετικά με άρση της κατάσχεσης και απόδοση των μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 στον ρητά κατονομαζόμενο ιδιοκτήτη, καθώς και κάθε απόφαση για δήμευσή τους κοινοποιείται αμελλητί από τον Εισαγγελέα στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο μαζί με βεβαίωση από την οποία προκύπτει η ημερομηνία του αμετακλήτου αυτών.
δ) Η παραλαβή από τον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων και κατά τα ανωτέρω αποδοθέντων ειδών ή μέσων πραγματοποιείται μετά από αίτησή του συνοδευόμενη από όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα. Ο ιδιοκτήτης, πριν την παραλαβή, υποχρεούται στην καταβολή των εξόδων μεταφοράς και φύλαξης, καθώς και δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στα ως άνω είδη ή μέσα.
5.α) Η Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή το αρμόδιο Τελωνείο, εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης για τα είδη της παραγράφου 1 και μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της κατάσχεσης για τα είδη της παραγράφου 2, δεν έχουν λάβει έγγραφη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη, προβαίνουν στην εκποίηση ή διάθεσή τους.
β) Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστησαν αμετάκλητα η απόφαση ή το βούλευμα ή η εισαγγελική διάταξη για άρση της κατάσχεσης και απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήτη, αυτά δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική αυτού υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα περιέρχονται στην κυριότητα του Δημοσίου και ο ιδιοκτήτης αποστερείται παντός δικαιώματος παραλαβής ή αποζημίωσης.
γ) Εάν μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τότε που κατέστη αμετάκλητο το βούλευμα περί απόδοσης στον ιδιοκτήτη των κατασχεθέντων με τον όρο της κατάθεσης χρηματικής εγγύησης δεν έχουν παραληφθεί από αποκλειστική του υπαιτιότητα, τα κατασχεθέντα μπορεί να εκποιούνται ή να διατίθενται.
6.α) Η εκποίηση των κατασχεθέντων ειδών των παραγράφων 1 και 2 πραγματοποιείται μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5 σύμφωνα με τους όρους πώλησης που ισχύουν για τις δημοπρασίες που διενεργούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης δημόσιου υλικού.
β) Η Τελωνειακή Αρχή, η οποία έχει την αρμοδιότητα και ευθύνη της διαχείρισης των κατασχεθέντων ειδών ή μεταφορικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, συντάσσει έκθεση κοστολόγησης.
γ) Κατασχεθέντα είδη της περίπτωσης α' της παραγράφου 2, τα οποία είναι σε κακή κατάσταση και άνευ εμπορικής αξίας, καταστρέφονται, κατ' εξαίρεση της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, μετά την πάροδο των προθεσμιών της παραγράφου 5. Η καταστροφή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της ιδίας Αρχής και τον Προϊστάμενο της Λιμενικής Αρχής.
Η γνωμοδότηση της επιτροπής διαβιβάζεται με μέριμνα της Λιμενικής Αρχής προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή των πλωτών μέσων, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.
Με πρόταση της ίδιας γνωμοδοτικής επιτροπής είναι δυνατή η διάθεση των ως άνω ειδών για ειδικές χρήσεις σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.
δ) Τα πλωτά μέσα δύναται να εκποιούνται για διάλυση. Για όσα εξ αυτών ανήκουν στην κατηγορία των φουσκωτών σκαφών με εξωλέμβιους κινητήρες είναι δυνατή η εκποίηση των κινητήρων και των σκαφών μεμονωμένα.
ε) Για τα πλωτά μέσα των οποίων οι δημοπρατήσεις απέβησαν άγονες, εκ των οποίων οι τρεις με την ίδια τιμή εκκίνησης, η Λιμενική Αρχή φύλαξης αυτών προβαίνει, μετά από σχετική βεβαίωση της Διεύθυνσης Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού, σε πρόταση προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολικής και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την καταστροφή τους, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις καταστροφές των πλωτών μέσων των ανωτέρω Υπουργείων.
7.α) Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5, τα κατασχεμένα οχήματα της παραγράφου 1 δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος προς κυκλοφορία σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.
β) Με όμοια απόφαση, οχήματα τέλους κύκλου ζωής (Ο.Τ.Κ.Ζ.) και οχήματα για διάλυση δύναται να διατίθενται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ένοπλες Δυνάμεις, αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς λόγους, τα οποία μετά την χρησιμοποίησή τους παραδίδονται σε αδειοδοτημένους φορείς διαχείρισης τέτοιων οχημάτων.
γ) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά την παρέλευση των προθεσμιών της παραγράφου 5, τα πλωτά μέσα της παραγράφου 2 και τα κατασχεθέντα είδη της παραγράφου 1, εκτός των οχημάτων, δύναται να διατίθενται δωρεάν ή έναντι τιμήματος σε Δημόσιες Υπηρεσίες, Ο.Τ.Α. Ν.Π.Δ.Δ., και Ν.Π.Ι.Δ. που εποπτεύονται από το Δημόσιο.
δ) Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) δύναται να διατίθενται, κατ' εξαίρεση των περιπτώσεων α' και γ' και κατά προτεραιότητα, ένα ή περισσότερα κατασχεθέντα από οποιαδήποτε αιτία χερσαία ή πλωτά μεταφορικά μέσα, σε Τελωνειακές και Φορολογικές Υπηρεσίες για τις ανάγκες της δίωξης λαθρεμπορίου και φοροδιαφυγής.
ε) Για τα οχήματα που δεν προέρχονται από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Υπηρεσία, στην οποία διατίθενται προς κυκλοφορία, αναλαμβάνει την έκδοση της κατά περίπτωση απαιτούμενης έγκρισης τύπου για την κυκλοφορία τους με δικές της ενέργειες και έξοδα.
στ) Για τα κατασχεθέντα είδη που δεν προέρχονται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα οποία διατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, καταβάλλονται από τις υπηρεσίες στις οποίες διατίθενται οι αναλογούντες δασμοί.
8. Αν μετά την εκποίηση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση από την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και μετά από αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία εκποίησης, ως εξής:
α) Όταν το εκποιηθέν είδος έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή, ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..
β) Όταν το εκποιηθέν είδος δεν έχει πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή και το εκπλειστηρίασμα εισπράττεται με άτοκες δόσεις, ο ιδιοκτήτης του κατασχεθέντος δύναται να επιλέξει είτε την είσπραξη ποσού ίσου με τις εισπραχθείσες κάθε φορά δόσεις αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α., είτε ποσού ίσου με το εκπλειστηρίασμα μειωμένο κατά την προβλεπόμενη έκπτωση, εάν αυτό καταβαλλόταν εφάπαξ, αφαιρουμένου του εμπεριεχόμενου Φ.Π.Α..
9. Αν μετά την διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση ως εξής:
α) Όταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται δωρεάν, ποσό ίσο με την τιμή κοστολόγησης αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α.. Υπόχρεη για την καταβολή του ποσού αυτού στον ιδιοκτήτη είναι η Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε το κατασχεθέν είδος.
β) Όταν το κατασχεθέν είδος διατίθεται έναντι τιμήματος, καταβάλλεται από μεν την αρμόδια υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. ποσό ίσο με το εισπραχθέν τίμημα αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α. από δε την Υπηρεσία στην οποία διατέθηκε αυτό, ποσό ίσο με τη διαφορά της τιμής κοστολόγησης και του τιμήματος που κατεβλήθη, αφαιρουμένου του εμπεριεχομένου Φ.Π.Α..
10. Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 8 και 9 ποσά καταβάλλονται έντοκα από την ημερομηνία που οι αρμόδιες υπηρεσίες προς αποζημίωση λάβουν αίτημα με όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά του δικαιωθέντος ιδιοκτήτη μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού εντάλματος πληρωμής. Η καταβολή των προς αποζημίωση ποσών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. και του άρθρου 12 του ν.4174/2013 (Α’ 170).
11. α) Τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που έχουν κατασχεθεί ως αντικείμενα λαθρεμπορίας ή ως μεταφορικά μέσα λαθρεμπορευμάτων ή ναρκωτικών ουσιών ή όπλων ή εκρηκτικών ή μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα ή λόγω διάπραξης οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, καθώς και τα κλεμμένα οχήματα και μηχανήματα έργου που ανακαλύπτονται κατά τους ελέγχους ή έρευνες από τα Τελωνεία ή τις διωκτικές αρχές της Α.Α.Δ.Ε. και του Υπουργείου Οικονομικών ή από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος, παραδίδονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο Τελωνείο, κατά περίπτωση, μαζί με αντίγραφα της έκθεσης κατάσχεσης και των εγγράφων αναζήτησης και ειδοποίησης των ιδιοκτητών και συντάσσεται έκθεση παράδοσης-παραλαβής.
Τα κατασχεθέντα παραλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη μετά από άδεια παραλαβής από την αρμόδια αρχή ή με αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, αφού προηγουμένως καταβληθούν τα έξοδα μεταφοράς και φύλαξης.
β) Αν μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από την ημερομηνία παραλαβής τους η Διεύθυνση Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ή το αρμόδιο Τελωνείο δεν έχουν λάβει έγγραφη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση του Εισαγγελέα περί άρσης της κατάσχεσης και απόδοσης στον ιδιοκτήτη ή μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από το αμετάκλητο δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον δικαιούχο η άδεια της αρμόδιας Αρχής για την παραλαβή του οχήματος δεν έχουν παραληφθεί από αυτόν, τότε τα κατασχεθέντα δύναται να διατίθενται στην Ελληνική Αστυνομία και στις Ένοπλες Δυνάμεις αποκλειστικά για τις ανάγκες τους στο εσωτερικό της χώρας.
γ) Μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, τα κατασχεθέντα δύναται να εκποιούνται ή να διατίθενται και σε άλλες υπηρεσίες εκτός των ανωτέρω, εφόσον δεν είναι καταχωρημένα στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS II).
δ) Αν μετά την εκποίηση ή την διάθεση των κατασχεθέντων διατάχθηκε αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται σε αυτόν αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 8, 9 και 10.
12. Όλα τα είδη χερσαίων και εναέριων μεταφορικών μέσων και μηχανημάτων έργου που για οποιαδήποτε αιτία έχουν δεσμευτεί ή ακινητοποιηθεί από τις αρμόδιες Τελωνειακές αρχές ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή και φυλάσσονται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ή στο αρμόδιο τελωνείο, διατίθενται ή εκποιούνται, εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την ημερομηνία δέσμευσης ή ακινητοποίησης. Εάν μετά την εκποίηση ή διάθεση των ανωτέρω αρθεί η δέσμευση ή διαταχθεί αμετάκλητα η απόδοσή τους στον ιδιοκτήτη, καταβάλλεται αποζημίωση κατ' αντιστοιχία με τα οριζόμενα στις παραγράφους 8, 9 και 10.
13. Οχήματα που δεσμεύονται από το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, προκειμένου να διατεθούν σε υπηρεσίες, αποδεσμεύονται αυτομάτως και δεν δύναται να δεσμευθούν στο μέλλον για τις ίδιες υπηρεσίες, εάν μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την δέσμευσή τους δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις διάθεσης.
14. α) Με αποφάσεις του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται:
αα) Οι όροι πώλησης των ειδών που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
αβ) Οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. και οι όροι πώλησης ειδών πέραν των περιλαμβανομένων στο παρόν άρθρο, τα οποία περιέρχονται στη διαχείριση των ως άνω Υπηρεσιών.
β) Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται το ημερήσιο κόστος φύλαξης, ο χρόνος υπολογισμού του, το κόστος μεταφοράς όλων των ειδών που περιέρχονται στη διαχείριση των αρμοδίων Υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και οποιαδήποτε άλλη δαπάνη βαρύνει τα είδη κατά την απόδοσή τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.».

Άρθρο 9

Η παρ. 1 του άρθρου 170 του ν.2960/2001 (Α’ 265) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Όταν η Τελωνειακή Αρχή παραλάβει τα εμπορεύματα που κατασχέθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 164 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, δημοσιεύει με τοιχοκόλληση στο Τελωνειακό Κατάστημα, πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο ώστε να εμφανισθεί εντός πέντε (5) ημερών και προκαταβάλει τις αναγκαίες δαπάνες για τη φύλαξη αυτών μέχρι τελεσιδικίας της απόφασης, η οποία θα αποφανθεί για τη δήμευση αυτών. Το ποσό των δαπανών ορίζει ο Προϊστάμενος του Τελωνείου με πρωτόκολλο, με το οποίο δύναται να ορισθεί και η κατά χρονικά διαστήματα προκαταβολή. Για τα κατασχεθέντα μεταφορικά μέσα εφαρμογή έχουν τα οριζόμενα στο άρθρο 177.».

Άρθρο 10
Φορολογικές διατάξεις για τις θυγατρικές της
Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.
και την Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων (Ε.Ο. και Κ.)

1. Οι άμεσες θυγατρικές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Α.Ε.», οι οποίες υπάγονταν στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 82 του ν.2238/1994 (Α’ 151) και του άρθρου 65Α του ν.4174/2013 (Α’ 170), θεωρείται ότι έχουν περαιώσει οριστικά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις για τις αντίστοιχες διαχειριστικές περιόδους ή φορολογικά έτη κατά τα οποία ενέπιπταν στις προαναφερόμενες διατάξεις, εφόσον στα ετήσια φορολογικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν ή πρόκειται να εκδοθούν, δεν υπάρχουν παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που υπάρχουν παραβάσεις στα ως άνω φορολογικά πιστοποιητικά, ο φορολογικός έλεγχος περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις παραβάσεις αυτές.
2.α) Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε., εφόσον έχει αποδώσει απευθείας στο λογαριασμό του μοναδικού της μετόχου τα οφειλόμενα μερίσματα, θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει όλες τις σχετικές φορολογικές της υποχρεώσεις, μη εφαρμοζομένων των άρθρων 8 και 10 του ν.δ.1195/1942 (Α’ 80), του άρθρου 18 του ν.3943/2011 (Α’ 66), καθώς και κάθε άλλης διάταξης περί προσθέτων φόρων, προστίμων και προσαυξήσεων. Το αυτό ισχύει και για τυχόν οφειλόμενα μερίσματα, εφόσον καταβληθούν απευθείας στο λογαριασμό του μετόχου, εντός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Τυχόν καταβληθέντες πρόσθετοι φόροι ή προσαυξήσεις δεν αναζητούνται.
β) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης εφαρμόζονται και για τις απορροφηθείσες από την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε. εταιρείες, υπό τις αυτές ως άνω προϋποθέσεις.
3. Οι φορολογικές απαλλαγές του άρθρου 206 του ν.4389/2016 (Α’ 94), αποκλειστικά ως προς την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος που προκύπτει από τη δραστηριότητα της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε., ισχύουν για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2016 και μετά. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι φορολογικές απαλλαγές του άρθρου 206 του ν.4389/2016 εφαρμόζονται και για κάθε δικαιοπραξία που καταρτίζεται, δυνάμει των άρθρων 201 του ν.4389/2016 και του εισαγωγικού εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 13 του ν.2636/1998 (Α’ 198), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 212 του ν.4389/2016, από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Α.Ε. και τις άμεσες θυγατρικές της, εφόσον αυτές είναι υπόχρεες σε φόρο, εξαιρουμένων των Τ.Χ.Σ. και Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ..
4. Η παρ. 4 του άρθρου 23 του ν.3427/2005 (Α’ 312), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για ακίνητα του Δημοσίου, του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ.), της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε., καθώς και για τα πρόσωπα της υποπερίπτωσης β' της περίπτωσης στ' της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.4223/2013 (Α’ 287).»
5. Η περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.4223/2013, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Στο Δημόσιο, στο Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ.), στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), στην Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε. και στην Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων (Ε.Ο. και Κ.)».
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 ισχύουν από 1.1.2016, πλην αυτής της παραγράφου 5 κατά το μέρος που αφορά στην Ε.Ο. και Κ., για την οποία ισχύει από 1.1.2017.

Άρθρο 11
Τροποποιήσεις διατάξεων του ν.4389/2016

1. Στο ν.4389/2016 (Α’ 94) προστίθεται άρθρο 17Α, ως εξής:

«Άρθρο 17Α
Φορολογική και Τελωνειακή Ακαδημία

1. Οι νέοι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. δύνανται να διορίζονται στη Φορολογική και Τελωνειακή Ακαδημία σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την πράξη διορισμού τους, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, με σκοπό την παρακολούθηση προγράμματος υποχρεωτικής εισαγωγικής εκπαίδευσης.
Ως προθεσμία δημοσίευσης των ατομικών πράξεων διορισμού ορίζεται το εξάμηνο από τη δημοσίευση της απόφασης κατανομής ή των οριστικών πινάκων στην περίπτωση αναπλήρωσης.
2. Οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν φέρουν την ιδιότητα σπουδαστή ή φοιτητή εκπαιδευτικού ιδρύματος, αλλά λογίζονται και αμείβονται ως δόκιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Με την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εισαγωγικής εκπαίδευσης οι νέοι υπάλληλοι καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις, σε υπηρεσίες αντίστοιχου κλάδου, κατηγορίας/ειδικότητας της Αρχής στην περιφερειακή ενότητα διορισμού τους βάσει της οικείας προκήρυξης, με ταυτόχρονη κατάργηση της προσωποπαγούς θέσης.
3. Με απόφαση του Διοικητή της Αρχής ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των νεοδιόριστων στη Φορολογική και Τελωνειακή Ακαδημία υπαλλήλων κατά τον χρόνο της φοίτησής τους, ο τρόπος υλοποίησης και ολοκλήρωσης της εισαγωγικής εκπαίδευσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».

2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε., οι οποίοι διορίζονται κατόπιν προκηρύξεων που εκδίδονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 12
Τροποποιήσεις διατάξεων
Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας

1.α. Στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.4174/2013 (Α’ 170) η φράση «στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών» αντικαθίσταται με τη φράση «στον ιστότοπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.)».
β. Η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν.4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για τη Φορολογική Διοίκηση, έως ότου ανακληθούν ρητά ή έως ότου τροποποιηθεί η νομοθεσία την οποία ερμηνεύουν. Η τυχόν μεταβολή της ερμηνευτικής θέσης της Φορολογικής Διοίκησης δεν ισχύει αναδρομικά σε περίπτωση που συνεπάγεται τη χειροτέρευση της θέσης των φορολογουμένων.».
γ. Η παρ. 5 του άρθρου 9 του ν.4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους της Φορολογικής Διοίκησης αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση, η δήλωσή του δεν θεωρείται ανακριβής ή δεν θεωρείται ότι παρέλειψε να υποβάλει δήλωση, κατά περίπτωση.».
2. Στο άρθρο 14 του ν.4174/2013 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Ο Διοικητής της Α.Α.Δ.Ε. με απόφασή του μπορεί να ορίζει κατηγορίες φορολογουμένων, οι οποίοι υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, τον τρόπο, το χρόνο και τη διαδικασία υποβολής των πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.».
3. Στην περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν.4174/2013 διαγράφεται η φράση «και να εντοπιστούν πηγές αποπληρωμής των απαιτήσεών τους».
4.α. Στην παρ. 1 του άρθρου 54 του ν.4174/2013 προστίθενται περιπτώσεις ιε', ιστ’ και ιζ' ως εξής:
«ιε) δεν εκδίδει λογιστικά αρχεία ή εκδίδει ή λαμβάνει ανακριβή λογιστικά αρχεία (παραστατικά), για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.,
ιστ) διακινεί αγαθά χωρίς την ύπαρξη παραστατικών στοιχείων διακίνησης,
ιζ) δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της παρ. 3 του άρθρου 20 του ν.3842/2010 (Α’ 58).».
β. Στην παρ. 2 του άρθρου 54 του ν.4174/2013, όπως ισχύει, προστίθενται περιπτώσεις η' και θ', ως εξής:
«η) πεντακόσια (500) ευρώ, ανά φορολογικό έλεγχο, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και χίλια (1.000) ευρώ, ανά φορολογικό έλεγχο, αν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος στις περιπτώσεις ιε' και ιστ' της παραγράφου 1,
θ) εκατό (100) ευρώ, για κάθε παράβαση της περίπτωσης ιζ' της παραγράφου 1.».

Άρθρο 13
Ρυθμίσεις θεμάτων φορολογίας κατοχής ακινήτων

1. Η περίπτωση στ' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.4223/2013 (Α'287) καταργείται.
2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.4223/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικά, για τα έτη 2016, 2017 και 2018 στη συνολική αξία του πρώτου εδαφίου δεν συνυπολογίζεται και η αξία των δικαιωμάτων επί γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού.».
3. Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 54Α του ν.4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύει, προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α., που αφορά ακίνητο πτωχού, χορηγείται στον κατά το χρόνο χορήγησης αυτού σύνδικο της πτώχευσης, εφόσον το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και εφόσον έχει καταβληθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.
Κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς μνημονεύεται και επισυνάπτεται από τον συμβολαιογράφο το πιστοποιητικό του πρώτου εδαφίου για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Για τα έτη κατά τα οποία υπόχρεος ήταν ο κληρονομούμενος, το πιστοποιητικό χορηγείται εφόσον έχει καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί στο ποσοστό και στο δικαίωμα επί του ακινήτου που κληρονομείται ή εφόσον ο κληρονομούμενος έχει νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο για αυτό.».
4. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 54Α του ν.4174/2013 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Το πιστοποιητικό που αφορά ακίνητο πτωχού χορηγείται στον κατά το χρόνο χορήγησης αυτού σύνδικο της πτώχευσης, εφόσον το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση Φ.Α.Π. και εφόσον έχει καταβληθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο για τα συγκεκριμένα έτη.
Το πιστοποιητικό που απαιτείται για τη σύνταξη, τη μεταγραφή ή καταχώριση αποδοχής κληρονομιάς για τα έτη κατά τα οποία υπόχρεος ήταν ο κληρονομούμενος χορηγείται εφόσον έχει καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί στο ποσοστό και στο δικαίωμα επί του ακινήτου που κληρονομείται ή εφόσον ο κληρονομούμενος έχει νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο για αυτό.».
5. Στην παρ. 4 του άρθρου 54Ατου ν.4174/2013, όπως ισχύει, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Εφόσον με το αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβιβάζεται με αντάλλαγμα το σύνολο της ακίνητης περιουσίας φυσικού ή νομικού προσώπου και το συνολικά οφειλόμενο ποσό κύριων και πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων, αποδίδεται, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, από το συμβολαιογράφο μέσα στην προθεσμία των τριών (3) εργασίμων ημερών, χορηγείται ένα ενιαίο πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 για το σύνολο των ακινήτων, χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών από ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π..».
6. Η παρ. 5 του άρθρου 54Α του ν.4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π., κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.».
7. Η περίπτωση ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν.3427/2005 (Α’ 312) αντικαθίσταται ως εξής:
«ιβ) τον σύνδικο της πτώχευσης για λογαριασμό του πτωχού, για την πτωχευτική ακίνητη περιουσία,».
8. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν.3427/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά, για τα έτη 2012 έως και 2016, για τη χορήγηση του πιστοποιητικού του άρθρου 54Α του ν.4223/2013, εφόσον δεν έχει υποβληθεί δήλωση για ακίνητο του πτωχού από τον υπόχρεο σε δήλωση, η δήλωση για το ακίνητο αυτό υποβάλλεται από τον κατά το χρόνο χορήγησης του πιστοποιητικού σύνδικο της πτώχευσης στο όνομα του πτωχού.».
9. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2017.

Άρθρο 14
Τροποποίηση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας
Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών,
Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια

Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 της Ενότητας Α’ του άρθρου 26 του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2961/2001 (Α’ 266), καταργείται και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαθίσταται ως εξής:
«Δικαιούχοι της απαλλαγής είναι οι Έλληνες και οι πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.).».

Άρθρο 15
Καθορισμός χρόνου και τρόπου υποβολής ειδικής δήλωσης
εισφοράς από εταιρείες του άρθρου 25 του ν.27/1975

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 43 του ν.4111/2013 (Α’ 18) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Οι κατά την παράγραφο 1 υπόχρεες σε καταβολή της ως άνω εισφοράς επιχειρήσεις για το συνολικό ετήσιο εισαγόμενο και μετατρεπόμενο σε ευρώ συνάλλαγμα της οκταετίας 2012-2019, υποβάλλουν στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) για τη φορολογία τους ειδική δήλωση υπολογισμού της εισφοράς επί του συνολικού εισαγόμενου και μετατρεπόμενου σε ευρώ συναλλάγματος μέχρι το τέλος Μαρτίου του επόμενου κάθε φορά έτους. Με τη δήλωση αυτή συνυποβάλλονται επικυρωμένα αντίγραφα των βεβαιώσεων εισαγωγής συναλλάγματος, καθώς και σχετική υπεύθυνη δήλωση των νομίμων εκπροσώπων των υπόχρεων εταιρειών στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) για τη φορολογία των εταιρειών αυτών.
Κατ' εξαίρεση η δήλωση της εισφοράς επί του συνολικού εισαγόμενου και μετατρεπόμενου σε ευρώ συναλλάγματος για το έτος 2016 υποβάλλεται μέχρι το τέλος Ιουνίου του έτους 2017.».

Άρθρο 16
Βεβαίωση ηλεκτροδότησης ακινήτων

Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν.1882/1990 (Α’ 43), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν.2065/1992 (Α’ 113), καταργούνται.

Άρθρο 17
Τροποποίηση του π.δ.965/1980

1. Η παρ. 1 του άρθρου 16 του π.δ.965/1980 (Α’ 243) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. α. Επιτρέπεται η συστέγαση και συλλειτουργία των ζυθοποιείων με μονάδες παραγωγής ποτών από ζύμωση του κωδικού ΣΟ 22.06, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.2969/2001 (Α’ 281), καθώς και με μονάδες παραγωγής ποτών ελεύθερων αλκοόλης και εμφιάλωσης νερού ανθρώπινης κατανάλωσης.
β. Δεν επιτρέπεται η συστέγαση και συλλειτουργία των ζυθοποιείων με οινοποιεία, αποσταγματοποιεία, οινοπνευματοποιεία, ποτοποιεία και εν γένει μονάδες που χρησιμοποιούν αιθυλική αλκοόλη.
γ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για τη συστέγαση και συλλειτουργία των μονάδων της ως άνω περίπτωσης α', καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 16 του π.δ.965/1980 καταργείται.

Άρθρο 18
Τροποποίηση των άρθρων 295 έως 319 του ν.4072/2012

1. Η παρ. 3 του άρθρου 295 του ν.4072/2012 (Α' 86) αναδιατυπώνεται ως εξής:
«3. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αφορούν στην είσπραξη απαιτήσεων από την Ελλάδα, οι οποίες γεννήθηκαν σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στην είσπραξη απαιτήσεων από τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες γεννήθηκαν στην Ελλάδα.».
2. Στην παράγραφο 2 περίπτωση α' του άρθρου 298, στην παράγραφο 1 του άρθρου 302, στην παράγραφο 2 περίπτωση α' του άρθρου 304, στην παράγραφο 1 του άρθρου 305, στις παραγράφους 1, 3 και 4 του άρθρου 306, στις παραγράφους 1, 2 και 4 του άρθρου 307, στην παράγραφο 2 του άρθρου 308, στην παράγραφο 1 του άρθρου 309, στην παράγραφο 1 του άρθρου 311, στην παράγραφο 2 του άρθρου 312, στην παράγραφο 1 του άρθρου 314 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 315 του ν.4072/2012, όπου αναφέρονται οι λέξεις «στο κράτος μέλος της αποδέκτριας αρχής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο κράτος - μέλος που λαμβάνει την αίτηση».
3. Στην παράγραφο 2 περίπτωση γ' του άρθρου 298, στην παράγραφο 1 περιπτώσεις α', β' και γ' του άρθρου 300, στην παράγραφο 2 του άρθρου 300, στην παράγραφο 1 του άρθρου 306, στις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 307, στην παράγραφο 1 του άρθρου 313, στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 315 του ν.4072/2012, όπου αναφέρονται οι λέξεις «του κράτους - μέλους της αποδέκτριας αρχής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του κράτους - μέλους που λαμβάνει την αίτηση».
4. Οι περιπτώσεις α' και β' του άρθρου 297 του ν.4072/2012 αντικαθίστανται ως εξής:
«α) «αιτούσα αρχή»: κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, γραφείο διασύνδεσης ή υπηρεσία διασύνδεσης της Ελλάδας ή άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε., που υποβάλλει αίτηση συνδρομής σχετικά με απαίτηση αναφερόμενη στο άρθρο 296 (άρθρο 2 Οδηγίας),
β) «αποδέκτρια αρχή»: κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, γραφείο διασύνδεσης ή υπηρεσία διασύνδεσης της Ελλάδας ή άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε., προς τα οποία απευθύνεται αίτηση συνδρομής,».
5. Στην παρ. 3 του άρθρου 298 του ν.4072/2012 οι λέξεις «στην αποδέκτρια αρχή ενός κράτους - μέλους» αντικαθίστανται με τις λέξεις «στο κράτος - μέλος που λαμβάνει την αίτηση».
6. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 300 του ν.4072/2012 μετά τη λέξη «καταχωρίσεις» προστίθενται οι λέξεις «λογιστικών βιβλίων».
7. Η υποπερίπτωση (ϋ) της περίπτωσης δ' της παρ. 1 του άρθρου 301 του ν.4072/2012 αντικαθίσταται ως ε ξής:
«(ϋ) το γραφείο στο οποίο μπορούν να παρασχεθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το κοινοποιημένο έγγραφο ή σχετικά με τις δυνατότητες αμφισβήτησης της υποχρέωσης καταβολής.».
8. Στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 304 του ν.4072/2012 πριν τις λέξεις «εξόφληση της απαίτησης» τίθεται η λέξη «πλήρη».
9. Στην υποπερίπτωση (ί) της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 305 του ν.4072/2012 οι λέξεις «την αποτίμηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τη βεβαίωση».
10. Στο άρθρο 306 παρ. 1 του ν.4072/2012, όπου αναφέρονται οι λέξεις «το κράτος - μέλος της αποδέκτριας αρχής», αντικαθίστανται από τις λέξεις «το κράτος - μέλος που λαμβάνει την αίτηση».
11. Στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 306 του ν.4072/2012 οι λέξεις «σε αυτές ή σε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων κρατών- μελών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις αυτές ή σε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων κρατών-μελών».
12. Στην παρ. 4 του άρθρου 307 του ν.4072/2012, καθώς και στην παρ. 1 του άρθρου 309 οι λέξεις «Κατ' αίτηση» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κατόπιν αιτήσεως».
13. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 312 του ν.4072/2012 οι λέξεις «κατά το δίκαιο που ισχύει στο κράτος - μέλος της αποδέκτριας αρχής» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κατά το δίκαιο που ισχύει στο αιτούν κράτος-μέλος».
14. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 314 του ν.4072/2012 οι λέξεις «Οι αιτήσεις δυνάμει του άρθρου 298 (άρθρου 5 Οδηγίας), παράγραφος 1 για παροχή πληροφοριών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 298 (άρθρου 5 Οδηγίας) παράγραφος 1».
15. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 316 του ν.4072/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της εκτέλεσης των αναγκαστικών ή ασφαλιστικών μέτρων όσον αφορά τις απαιτήσεις που καλύπτονται από το παρόν Κεφάλαιο.».
16. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 316 του ν.4072/2012, μετά τις λέξεις «μπορεί να διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στο τελευταίο αυτό κράτος», η λέξη «μέλος» διαγράφεται.

Άρθρο 19
Τροποποίηση του άρθρου 49 του ν.4370/2016

Στο άρθρο 49 του ν.4370/2016 (Α’ 37) προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:
«4.α. Οι διατάξεις του ν.4270/2014 αναφορικά με την υποβολή δημοσιονομικών αναφορών, εφαρμόζονται μόνο ως προς την υποβολή: α) ετήσιου προϋπολογισμού και οποιασδήποτε αναπροσαρμογής του κατά τη διάρκεια του έτους (προϋπολογιστικά), β) μηνιαίας αναφοράς εκτέλεσης προϋπολογισμού και χρηματοδότησης (απολογιστικά) και γ) μηνιαίων μισθολογικών στοιχείων (απολογιστικά).
β. Το ΤΕΚΕ εξαιρείται από κάθε άλλη διάταξη που εφαρμόζεται σε Φορείς Γενικής Κυβέρνησης.».

Άρθρο 20
Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν.3606/2007

1. Το άρθρο 22 του ν.3606/2007 (Α’ 195) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 22
Ειδική εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ

1. Αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί αμέσως την απόφαση ανάκλησης στον αρμόδιο για την τήρηση του Μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα, με επιμέλεια του οποίου δημοσιεύεται περίληψη της απόφασης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.).
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.4335/2015 (Α’ 87) περί ανάκαμψης και εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, με την ίδια απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, να θέσει την ΑΕΠΕΥ σε ειδική εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε αντίθετη περίπτωση, η ΑΕΠΕΥ λύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920 (Α’ 37). Όταν η άδεια λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ ανακαλείται κατόπιν αιτήματος της, δεν επέρχεται υποχρεωτικά η λύση αυτής.
2. Αν η ΑΕΠΕΥ τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, ημέρα έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης λογίζεται η ημέρα λήψης της σχετικής απόφασης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κατά την ειδική εκκαθάριση εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά οι διατάξεις του κ.ν.2190/1920 περί εκκαθάρισης, εφόσον δεν αντίκεινται σε αυτές.
Κατά το στάδιο της ειδικής εκκαθάρισης και μέχρι την περάτωση της, με βάση τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην παράγραφο 11, η ΑΕΠΕΥ δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση και αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις, καθώς και κάθε ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης.
3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διορίζει, με την ίδια απόφαση με την οποία θέτει την ΑΕΠΕΥ σε ειδική εκκαθάριση, τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής. Ο ειδικός εκκαθαριστής είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με γνώσεις και εμπειρία σε θέματα κεφαλαιαγοράς, και επιλέγεται από κατάλογο είκοσι (20) τουλάχιστον προσώπων που καταρτίζεται κατ' έτος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο ειδικός εκκαθαριστής αναλαμβάνει καθήκοντα από την επίδοση σε αυτόν της ως άνω απόφασης. Όταν ο ειδικός εκκαθαριστής είναι φυσικό πρόσωπο, μπορεί να είναι ορκωτός ελεγκτής λογιστής, οικονομολόγος ή δικηγόρος. Ο διορισμός του ειδικού εκκαθαριστή συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΠΕΥ. Στον ειδικό εκκαθαριστή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του κ.ν.2190/1920 για το διοικητικό συμβούλιο. Τυχόν διαπίστωση της ακυρότητας του διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή δεν θίγει έναντι τρίτων το κύρος των πράξεων του από την επίδοση του διορισμού του μέχρι την ακύρωση αυτού. Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία μπορεί να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.
Ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να προσλάβει ως σύμβουλο του εξειδικευμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τον όγκο ή το βαθμό δυσκολίας των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης. Επίσης, μπορεί είτε να διατηρεί είτε να προσλάβει, ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση αυτή, το απαιτούμενο για τις ανάγκες της ειδικής εκκαθάρισης προσωπικό.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζει στην απόφασή της περί διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή και την αμοιβή του, καθώς και την αμοιβή του τυχόν συμβούλου, η οποία βαρύνει την ΑΕΠΕΥ και η οποία μπορεί να καταβάλλεται είτε εφάπαξ είτε σε μηνιαία βάση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφαση της να ρυθμίζει τα ειδικότερα θέματα της διαδικασίας διορισμού των ανωτέρω προσώπων, καθώς και της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης.
4. Αν η ειδική εκκαθάριση δεν έχει ολοκληρωθεί εντός δώδεκα (12) μηνών από την επίδοση του διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή, αυτός ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία μπορεί, κατόπιν αιτήματός του, το οποίο συνοδεύεται από αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών, να χορηγεί παράταση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης έως δώδεκα (12) μήνες κάθε φορά. Στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε κάθε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού λάβει υπόψη τις εργασίες που έχουν ήδη διενεργηθεί, καθώς και τις υπολειπόμενες εργασίες της ειδικής εκκαθάρισης, επαναξιολογεί το έργο του ειδικού εκκαθαριστή και του τυχόν συμβούλου του και μπορεί να αναπροσαρμόζει το ύψος της αμοιβής τους, να αποφασίζει την αντικατάσταση τους ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ενέργεια.
5. Αν, μετά τη θέση ΑΕΠΕΥ σε ειδική εκκαθάριση, διαπιστωθεί ότι η υπό εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ στερείται των αναγκαίων πόρων για την εκτέλεση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν.2533/1997 (Α’ 228), ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση του ειδικού εκκαθαριστή που συνοδεύεται από αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών και κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καλύπτει καταρχάς από την εισφορά της ΑΕΠΕΥ και, εφόσον αυτή δεν επαρκεί, από το κεφάλαιο του, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης, τις δαπάνες της αμοιβής του ειδικού εκκαθαριστή και του τυχόν συμβούλου, καθώς και τις λοιπές αναγκαίες λειτουργικές δαπάνες της ειδικής εκκαθάρισης, για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία επίδοσης στον ειδικό εκκαθαριστή της απόφασης διορισμού του. Το Συνεγγυητικό μπορεί, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να καλύπτει με τις ίδιες προϋποθέσεις τις ανωτέρω δαπάνες για επιπλέον χρονικό διάστημα, έως δώδεκα (12) μήνες κάθε φορά. Οι δαπάνες καταβάλλονται από το Συνεγγυητικό ανά δίμηνο, με την προϋπόθεση ότι ο ειδικός εκκαθαριστής έχει εκτελέσει το αντίστοιχο τμήμα των εργασιών, όπως έχει δεσμευθεί με βάση το υποβληθέν χρονοδιάγραμμα, ή ότι έχει επαρκώς αιτιολογήσει τυχόν αποκλίσεις.
6. Αμέσως μετά το διορισμό του ο ειδικός εκκαθαριστής παραλαμβάνει τα γραφεία, υποκαταστήματα και περιουσιακά στοιχεία της ΑΕΠΕΥ, προβαίνει σε απογραφή και διαχωρίζει τα χρήματα, χρηματοπιστωτικά μέσα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία της ΑΕΠΕΥ, από τα χρήματα, χρηματοπιστωτικά μέσα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία αφενός πελατών και αφετέρου λοιπών τρίτων προσώπων. Ως περιουσιακά στοιχεία πελατών νοούνται αυτά τα οποία συνδέονται με την παροχή από την ΑΕΠΕΥ υπηρεσιών του άρθρου 4 σε αυτούς, είτε βρίσκονται στην κατοχή της ΑΕΠΕΥ είτε τηρούνται στο Σύστημα Αυλών Τίτλων ή σε άλλο σύστημα καταχώρισης και παρακολούθησης κινητών αξιών είτε φυλάσσονται από τρίτους. Με την επίδοση του διορισμού του, ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει με αίτηση του προς τον Ειρηνοδίκη του τόπου της έδρας της ΑΕΠΕΥ τη σφράγιση των κεντρικών γραφείων και των υποκαταστημάτων της ΑΕΠΕΥ, καθώς και των κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων της. Το αργότερο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη σφράγιση, ο ειδικός εκκαθαριστής ζητεί από τον ειρηνοδίκη να διατάξει την αποσφράγιση και την απογραφή της ΑΕΠΕΥ. Μετά την απογραφή, τα γραφεία και τα υποκαταστήματα της ΑΕΠΕΥ, καθώς και τα περιουσιακά της στοιχεία παραδίδονται στον ειδικό εκκαθαριστή. Για τη σφράγιση, αποσφράγιση και απογραφή εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 826 έως 841 ΚΠολΔ, πλην των διατάξεων που προβλέπουν την υποχρέωση διορισμού πραγματογνωμόνων.
7. Ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση του διορισμού του, τους δικαιούχους κάθε φύσεως απαιτήσεων, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε δύο (2) ημερήσιες ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, από τις οποίες μία (1) τουλάχιστον είναι οικονομική πανελλαδικής κυκλοφορίας, καθώς και σε δύο (2) τουλάχιστον ηλεκτρονικές εφημερίδες, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά στοιχεία μέσα σε πέντε (5) μήνες από την τελευταία δημοσίευση. Η ανωτέρω ανακοίνωση γνωστοποιείται εγγράφως στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας της ΑΕΠΕΥ και αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΑΕΠΕΥ, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Συνεγγυητικού.
8. Ο ειδικός εκκαθαριστής καταρτίζει:
(α) Οικονομικές καταστάσεις από την έναρξη της τρέχουσας διαχειριστικής χρήσης έως την ημερομηνία που η ΑΕΠΕΥ τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση. Εξ αυτών, η κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης αποτελεί τον ισολογισμό έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης.
(β) Οικονομικές καταστάσεις για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της ειδικής εκκαθάρισης έως τη λήξη της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κ.ν.2190/1920, όπως ισχύει.
(γ) Οικονομικές καταστάσεις λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, οι οποίες συνοδεύονται από απολογισμό της ειδικής εκκαθάρισης.
Οι ανωτέρω οικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι νόμιμα ελεγμένες από ελεγκτές, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΑΕΠΕΥ. Σε περίπτωση αδυναμίας ορισμού από τη Γενική Συνέλευση, οι ελεγκτές ορίζονται από τον ειδικό εκκαθαριστή.
Οι ανωτέρω οικονομικές καταστάσεις δεν απαιτείται να έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται: α) στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ΑΕΠΕΥ, στην οποία προεδρεύει ο ειδικός εκκαθαριστής, για έγκριση, β) στον αρμόδιο για την τήρηση του Μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα, γ) στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δ) στο Συνεγγυητικό, καταχωρούνται με επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή στο Γ.Ε.ΜΗ. και γενικά δημοσιεύονται, όπως κάθε φορά ο νόμος ορίζει.
Αν η Γενική Συνέλευση συγκαλείται νόμιμα για να εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις και δεν επιτυγχάνεται απαρτία ούτε στην πρώτη συνεδρίαση ούτε στην επαναληπτική της, προκειμένου να λάβει σχετική απόφαση, τότε λογίζεται ότι οι οικονομικές καταστάσεις συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν κατά τους νόμιμους τύπους και συνεχίζεται η πρόοδος των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης.
Αν στη Γενική Συνέλευση που συνέρχεται για την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων διατυπωθούν παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις επ' αυτών, ο ειδικός εκκαθαριστής επανασυντάσσει τις οικονομικές καταστάσεις ενσωματώνοντας τις παρατηρήσεις ή αντιρρήσεις ή αιτιολογώντας τυχόν απόκλιση, με τη σύμφωνη γνώμη και των ελεγκτών. Κατόπιν αυτού, οι οικονομικές καταστάσεις θεωρούνται ως εγκριθείσες.
Ο ειδικός εκκαθαριστής, περαιτέρω, ενεργεί πράξεις της εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920, στο μέτρο που αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των τρεχουσών αναγκών και γενικά για την εύρυθμη λειτουργία της ΑΕΠΕΥ, όπως η είσπραξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και η ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας. Κατά τα λοιπά, ο ειδικός εκκαθαριστής, μεταξύ άλλων, χειρίζεται θέματα της ειδικής εκκαθάρισης, επικοινωνεί με τους αρμόδιους φορείς, ενημερώνει γραπτά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την πορεία της εκκαθάρισης τουλάχιστον ανά δίμηνο και όποτε άλλοτε του ζητηθεί και υποβάλλει έκθεση μετά τη λήξη της εκκαθάρισης.
9. Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις πελατών που συνδέονται με την παροχή σε αυτούς από την ΑΕΠΕΥ υπηρεσιών του άρθρου 4, επαληθεύονται από τον ειδικό εκκαθαριστή με βάση τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της ΑΕΠΕΥ ή με οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο έχει στη διάθεσή του, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας. Εντός δύο (2) μηνών από την επαλήθευση των απαιτήσεων, ο ειδικός εκκαθαριστής προβαίνει στην απόδοση των χρηματικών ποσών, χρηματοπιστωτικών μέσων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων στους δικαιούχους πελάτες, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Αν τα χρηματικά διαθέσιμα της ΑΕΠΕΥ δεν επαρκούν για την πλήρη ικανοποίηση όλων των δικαιούχων πελατών, ο ειδικός εκκαθαριστής προβαίνει σε σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων χρηματικών απαιτήσεων.
10. Εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο ειδικός εκκαθαριστής ενημερώνει την Επιτροπή Αποζημιώσεων του Συνεγγυητικού για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις που δεν ικανοποιήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, προκειμένου αυτή να αποφασίσει, αφού παραλάβει από τον ειδικό εκκαθαριστή κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της ΑΕΠΕΥ, καθώς και αναλυτική κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία της ΑΕΠΕΥ, ήτοι χρήματα και το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας, για ποιες από τις μη ικανοποιηθείσες απαιτήσεις συντρέχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού για καταβολή αποζημίωσης, σύμφωνα με το ν.2533/1997. Το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις στους δικαιούχους πελάτες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.2533/1997 και ενημερώνει αμελλητί εγγράφως τον ειδικό εκκαθαριστή για τα αναλυτικά ποσά των αποζημιώσεων που κατέβαλε. Ο ειδικός εκκαθαριστής μειώνει ανάλογα τα ποσά των απαιτήσεων πελατών κατά της ΑΕΠΕΥ.
11. Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες, είτε με την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης της παραγράφου 9, είτε με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, και το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την ενημέρωση που λαμβάνει από το Συνεγγυητικό, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο ειδικός εκκαθαριστής συγκαλεί Γενική Συνέλευση των μετόχων της ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να αποφασιστεί η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης και να γίνει η εκλογή νέων εκκαθαριστών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της ΑΕΠΕΥ και του άρθρου 49 του κ.ν.2190/1920. Για το λόγο αυτό, ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, του απολογισμού της ειδικής εκκαθάρισης και της δημοσιευθείσας πρόσκλησης της Γενικής Συνέλευσης. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατή η σύγκληση Γενικής Συνέλευσης ή η πραγματοποίηση αυτής ή η εκλογή νέων εκκαθαριστών από τη Γενική Συνέλευση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 69 του Αστικού Κώδικα, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο από τον ειδικό εκκαθαριστή ή οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατός ο ορισμός εκκαθαριστών είτε από τη Γενική Συνέλευση είτε από το δικαστήριο εντός δώδεκα (12) μηνών από την ικανοποίηση των απαιτήσεων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθήκοντα εκκαθαριστή για τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920 αναλαμβάνει ο ειδικός εκκαθαριστής, ο οποίος ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τον αρμόδιο για την τήρηση του Μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα, με επιμέλεια του οποίου δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. η ανάληψη καθηκόντων εκκαθαριστή από τον ειδικό εκκαθαριστή.
Χρόνος περάτωσης της ειδικής εκκαθάρισης είναι ο χρόνος ανάληψης καθηκόντων από τους εκκαθαριστές που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση ή που ορίζονται από το αρμόδιο δικαστήριο ή η ανάληψη από τον ειδικό εκκαθαριστή καθηκόντων για τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης γνωστοποιείται με επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η ΑΕΠΕΥ εποπτεύεται πλέον αποκλειστικά από τον αρμόδιο για την τήρηση του Μητρώου των ανωνύμων εταιρειών φορέα.
Κατά τα λοιπά, η περάτωση των εκκρεμών υποθέσεων της ΑΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένης της ικανοποίησης των απαιτήσεων του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με το ν.2533/1997, των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες στην έκταση που αυτές δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της απόδοσης ή λήψης αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, καθώς και κάθε άλλου είδους απαιτήσεων κατά της ΑΕΠΕΥ, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του κ.ν.2190/1920 από τους εκκαθαριστές.
Το πρόσωπο που αναλαμβάνει, με βάση τα ανωτέρω, τη διενέργεια εργασιών εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον ή τους μετόχους της ΑΕΠΕΥ, στους οποίους θα παραδώσει επί αποδείξει τα αρχεία της, οι οποίοι τα φυλάσσουν για διάστημα δεκαπέντε (15) ετών και εν συνεχεία προβαίνουν στην καταστροφή αυτών με σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου που κοινοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση αδυναμίας παράδοσης αυτών στον ή στους μετόχους, ο εκκαθαριστής τηρεί ο ίδιος τα σχετικά αρχεία για διάστημα πέντε (5) ετών και εν συνεχεία προβαίνει στην καταστροφή αυτών με σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου που κοινοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Αν υπάρχουν εκκρεμείς δικαστικές ή άλλες υποθέσεις της ΑΕΠΕΥ, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή την περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων αντίστοιχα.
12. Αν η ΑΕΠΕΥ, μετά την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, σύμφωνα με το ν.2533/1997, στερείται παντελώς περιουσιακών στοιχείων και εξ αυτού του λόγου καθίσταται αδύνατη η πρόοδος της εκκαθάρισης κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του κ.ν.2190/1920, ο ειδικός εκκαθαριστής ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να βεβαιώσει την παντελή έλλειψη περιουσιακών στοιχείων, να κηρύξει την παύση της εκκαθάρισης και να διατάξει τη διαγραφή της ΑΕΠΕΥ από το Γ.Ε.ΜΗ.. Η απόφαση του δικαστηρίου κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με επιμέλεια του ειδικού εκκαθαριστή. Σχετικά με τη φύλαξη των αρχείων της ΑΕΠΕΥ, ισχύουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
13. Ο ειδικός εκκαθαριστής δεν προσωποκρατείται ούτε υπέχει ποινική, αστική ή άλλη ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για οποιαδήποτε απαίτηση κατά της υπό εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ που έχει γεννηθεί πριν από το διορισμό του, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής της. Για απαιτήσεις που προκύπτουν μετά το διορισμό του, ο ειδικός εκκαθαριστής ευθύνεται μόνον για δόλο και βαριά αμέλεια. Η μη τήρηση από τον ειδικό εκκαθαριστή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που εφαρμόζονται στην ειδική εκκαθάριση, δύναται να επισύρει την ανάκληση του διορισμού του, καθώς και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 61 κυρώσεις.
14. Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου:
α) παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τη σφράγιση, αποσφράγιση και απογραφή της ΑΕΠΕΥ, καθώς και την παράδοση των γραφείων της, των υποκαταστημάτων της και των περιουσιακών της στοιχείων στον ειδικό εκκαθαριστή,
β) εξαφανίζει ή αποκρύπτει τα εμπορικά βιβλία ή άλλα στοιχεία της ΑΕΠΕΥ, καταστρέφει ή βλάπτει εμπορικά ή άλλα στοιχεία, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική από την κείμενη νομοθεσία, πριν παρέλθει η προθεσμία που ισχύει για την τήρηση τους, με σκοπό να δυσχεράνει τη διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας της,
γ) εξαφανίζει ή αποκρύπτει περιουσιακά στοιχεία της ΑΕΠΕΥ ή βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία, ελαττώνει την περιουσία της με άλλον τρόπο ή αποκρύπτει τις πραγματικές δικαιοπρακτικές της σχέσεις,
δ) παριστά ψευδώς ότι η ΑΕΠΕΥ είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων σε βάρος της ΑΕΠΕΥ.».

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ανακαλείται αυτοδικαίως ο διορισμός των υφισταμένων εκκαθαριστών της ειδικής εκκαθάρισης ΑΕΠΕΥ, ενώ οι υφιστάμενοι Επόπτες της ειδικής εκκαθάρισης ΑΕΠΕΥ λογίζονται ως ειδικοί εκκαθαριστές. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά σε «Επόπτη της εκκαθάρισης» ή «εκκαθαριστή» της ειδικής εκκαθάρισης ΑΕΠΕΥ, νοείται εφεξής ο ειδικός εκκαθαριστής. Ο απερχόμενος εκκαθαριστής παραδίδει αμελλητί στον ειδικό εκκαθαριστή οποιαδήποτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία αφορούν την ειδική εκκαθάριση και βρίσκονται στην κατοχή του και τον ενημερώνει για τις πάσης φύσεως εκκρεμότητες ως προς τις υποθέσεις της ειδικής εκκαθάρισης. Για τα ανωτέρω συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής.
3. Εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου για το διορισμό εκκαθαριστή της ειδικής εκκαθάρισης ή για την κήρυξη της περάτωσης της ειδικής εκκαθάρισης, καταργούνται. Στη δεύτερη περίπτωση, καθώς και στην περίπτωση που εκκρεμεί στο δικαστήριο αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ για το διορισμό εκκαθαριστή για τη συνέχιση της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920, ο ειδικός εκκαθαριστής προβαίνει αμέσως στις ενέργειες που προβλέπονται στην παρ. 11 του άρθρου 22 του ν.3606/2007, όπως αντικαθίσταται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
4. Κατά παρέκκλιση της διαδικασίας που προβλέπεται στην παρ. 8 του άρθρο 22 του ν.3606/2007, οι ΑΕΠΕΥ που κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου βρίσκονται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ετών, συντάσσουν μόνον οικονομικές καταστάσεις λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, οι οποίες ελέγχονται νόμιμα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και συνοδεύονται από απολογισμό της ειδικής εκκαθάρισης.

Άρθρο 21
Τροποποίηση του άρθρου 192 του ν.4389/2016

Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 192 του ν.389/2016 (Α’ 94) προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Για τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου, ως προς την άσκηση των καθηκόντων τους, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου: α) για την οριοθέτηση και τον περιορισμό της ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, β) για τη διαδικασία που τηρείται ως προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου σε περίπτωση μήνυσης, έγκλησης, καταγγελίας ή αναφοράς για πράξεις ή παραλείψεις τους, καθώς και γ) για όλα εν γένει τα θέματα που διαλαμβάνουν οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Το τεκμήριο συμφωνίας προς το σκοπό της Εταιρείας, που τίθεται με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ισχύει και ως προς τις αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου, εφόσον λαμβάνονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και στο πλαίσιο των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των Κανονισμών που έχουν εγκριθεί από αυτή. Κατά τα λοιπά, οι γενικές διατάξεις για την οφειλόμενη επιμέλεια και την έκταση της ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας έναντι της εταιρείας εφαρμόζονται αναλόγως και για τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου.».

Άρθρο 22
Παραχώρηση δημοσίων κτημάτων στους Δήμους Αγράφων,
Χερσονήσου, Οιχαλίας, Ιθάκης και Νέστου
και στο Υπουργείο Εσωτερικών

1. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος στο Δήμο Αγράφων του Νομού Ευρυτανίας η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 206 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα Ι του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των υπηρεσιών του Δήμου Αγράφων.
2. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος στο Δήμο Χερσονήσου του Νομού Ηρακλείου η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 323 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα II του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των υπηρεσιών του Δήμου Χερσονήσου.
3. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Οιχαλίας του Νομού Μεσσηνίας η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 20 (Μελιγαλάς) του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα III του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για εξυπηρέτηση πολιτιστικών σκοπών του δήμου.
4. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Οιχαλίας του Νομού Μεσσηνίας η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 21 (Δώριο) του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα IV του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για εξυπηρέτηση πολιτιστικών σκοπών του δήμου.
5. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Ιθάκης του Νομού Κεφαλληνίας η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 20 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα V του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για πολιτιστικούς σκοπούς- στέγαση του Οδυσσειακού Κέντρου του δήμου.
6. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος, στο Δήμο Νέστου του Νομού Καβάλας η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 3579 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Μακεδονίας - Θράκης, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα VI του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για πολιτιστικούς σκοπούς στέγαση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης.
7. Τα Δημοτικά Συμβούλια των οικείων δήμων αποφασίζουν την καταχώριση στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο της αποδοχής της παραχώρησης των ακινήτων. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφεται το μεταβιβασθέν ακίνητο και το δικαίωμα του επ' αυτού, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.
8. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος στο Υπουργείο Εσωτερικών η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 651 του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, με τα συστατικά και τα παραρτήματα του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα VII του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Αστυνομικού Τμήματος Μηλεών. Η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, στην οποία περιγράφεται το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο της παρούσας παραγράφου, το δικαίωμα και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.
9. Η παραχώρηση της κυριότητας των ακινήτων του παρόντος άρθρου αίρεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτά δεν χρησιμοποιηθούν εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους σκοπούς, για τους οποίους παραχωρήθηκαν.
10. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, αίρεται η παραχώρηση της κυριότητας, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 23
Παραχώρηση δημόσιου κτήματος
στο Δήμο Σπετσών

1. Παραχωρείται άνευ ανταλλάγματος στο Δήμο Σπετσών του Νομού Αττικής η κυριότητα του δημόσιου ακινήτου με ΑΒΚ 160 του πρώην βιβλίου καταγραφής της Δ.Ο.Υ. Σπετσών - Ερμιονίδος, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο, στο Παράρτημα VIII του παρόντος, διάγραμμα, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Παιδικού Σταθμού Σπετσών. Η παραχώρηση αυτή γίνεται υπό τον όρο κάλυψης και των στεγαστικών αναγκών του Πολυδύναμου Ιατρείου Σπετσών, σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας. Οι δαπάνες για την εκτέλεση εργασιών δόμησης, επισκευής και συντήρησης των κτισμάτων για την κάλυψη των ανωτέρω στεγαστικών αναγκών επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του Δήμου Σπετσών.
2. Το Δημοτικό Συμβούλιο του οικείου δήμου αποφασίζει την καταχώριση στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο της παραχώρησης του ακινήτου της προηγούμενης παραγράφου. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφεται το μεταβιβασθέν ακίνητο και το δικαίωμα του Δήμου Σπετσών επ' αυτού, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης του ακινήτου στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.
3. Η παραχώρηση της κυριότητας του ακινήτου του παρόντος άρθρου αίρεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτό δεν χρησιμοποιηθεί εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για το σκοπό, για τον οποίο παραχωρήθηκε.
4. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, δύναται να αρθεί η παραχώρηση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης ή μη πλήρωση των όρων και προϋποθέσεων της παραγράφου 1, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 24
Παραχώρηση δημόσιων κτημάτων στο Δήμο Ρόδου

1. Παραχωρείται στο δήμο Ρόδου, χωρίς αντάλλαγμα, η κυριότητα των δημόσιων ακινήτων, που αποτελούν ως συγκρότημα τη «Ροδιακή Έπαυλη», με τα συστατικά και τα παραρτήματά τους, τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο εκ διαδοχής του Ιταλικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης - ν.δ.423/1947, με Αριθμούς Βιβλίου Καταγραφής (ΑΒΚ) και με αντίστοιχες Κτηματολογικές Μερίδες (KM) οικοδομών Ρόδου: ΑΒΚ 9 (KM 477), ΑΒΚ 44 (KM 537), ΑΒΚ 125 (KM 538), ΑΒΚ 177 (KM 473), ΑΒΚ 180 (KM 476), ΑΒΚ 201 (KM 532), ΑΒΚ 203 (KM 530), ΑΒΚ 263 (KM 534A), ΑΒΚ 265 (KM 475A) και ΑΒΚ 269 (KM 535A), της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αιγαίου, συνολικής έκτασης 26 στρεμμάτων περίπου, εντός των ΟΤ 74 και 73α του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Ρόδου, όπως αυτά εμφαίνονται στο συνημμένο, στο Παράρτημα IX του παρόντος, τοπογραφικό διάγραμμα, για εξυπηρέτηση πολιτιστικών και κοινωφελών σκοπών του δήμου.
2. Το Δημοτικό Συμβούλιο του οικείου δήμου αποφασίζει την καταχώριση στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο της αποδοχής της παραχώρησης των ακινήτων. Το απόσπασμα της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο περιγράφονται τα μεταβιβασθέντα ακίνητα και το δικαίωμα του επ' αυτών, καθώς και όλα τα άλλα απαιτούμενα εκ της ισχύουσας νομοθεσίας στοιχεία, αποτελεί τον τίτλο για την καταχώριση της μεταβίβασης των ακινήτων στο αρμόδιο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.
3. Η παραχώρηση της κυριότητας των ακινήτων του παρόντος άρθρου αίρεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, εάν αυτά δεν χρησιμοποιηθούν εντός πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος για τους σκοπούς, για τους οποίους παραχωρήθηκαν.
4. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο και κτηματολόγιο, αντίστοιχα, αίρεται η παραχώρηση της κυριότητας, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή για σπουδαίο λόγο.

Άρθρο 25
Τροποποίηση του άρθρου 21 του α.ν.920/1939

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 21 του α.ν.1920/1939 (Α’ 346), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Δ.Σ. της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, η δωρεάν παραχώρηση, σε υπηρεσίες του Υποτομέα της Κεντρικής Κυβέρνησης, που περιλαμβάνονται στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, αιθουσών του Ζαππείου Μεγάρου και εκτάσεων της Επιτροπής, για τη διοργάνωση, με δαπάνες τους, ιδιαίτερης εθνικής σημασίας εκθέσεων, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και αθλητικών εκδηλώσεων, συνεδρίων, εορτών και άλλων συναφών εκδηλώσεων. Οι ανωτέρω δωρεάν παραχωρήσεις δεν δύνανται να υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ ετησίως.».
2. Η ισχύς της διάταξης του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1.1.2017.

Άρθρο 26
Μεταβατικές διατάξεις του Κεφαλαίου Β’

Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 177 του ν.2960/2001 (Α’ 265) με το άρθρο 8 του παρόντος νόμου:
α) Οι αποζημιώσεις για κατασχεθέντα, για τα οποία έχουν εκδοθεί αποφάσεις παραχώρησης κατά κυριότητα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταβάλλονται από την υπηρεσία στην οποία έχουν παραχωρηθεί.
β) Οι αποζημιώσεις για τη χρήση των κατασχεθέντων, για τα οποία έχουν εκδοθεί αποφάσεις παραχώρησης κατά χρήση μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταβάλλονται από την υπηρεσία στην οποία έχουν παραχωρηθεί και υπολογίζονται στο 0,7% της τιμής κοστολόγησης τους για κάθε μήνα χρήσης αυτών.
γ) Οχήματα που έχουν δεσμευθεί από το Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προκειμένου να διατεθούν σε υπηρεσίες, αποδεσμεύονται αυτομάτως και δεν δύναται να δεσμευθούν στο μέλλον για τις ίδιες υπηρεσίες, εάν μετά την παρέλευση δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις διάθεσης.

Άρθρο 27
Καταργούμενες διατάξεις

α) Το άρθρο 38 του ν.3763/2009 (Α’ 80) καταργείται.
β) Η με αριθμό Δ19Ε5039732ΕΞ2012/12.10.2012 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αντικειμένου Διεύθυνσης Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού στην περιφέρεια» (Β’ 2870) καταργείται.

Άρθρο 28
Λειτουργία παιδικών χαρών σε χώρους
του Δημοσίου και στο ΚΠΙΣΝ

1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, καθορίζονται οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές προδιαγραφές για την κατασκευή και λειτουργία παιδικών χαρών σε χώρους του Δημοσίου, τα όργανα και η διαδικασία αξιολόγησης και ελέγχου της καταλληλότητας λειτουργίας τους, η διαδικασία συντήρησης αυτών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
2.α. Η παιδική χαρά που έχει κατασκευασθεί εντός του υπερτοπικού πολιτιστικού πάρκου «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος» και συγκεκριμένα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Καλλιθέας Αττικής και ειδικότερα στη ζώνη Β' (Περιοχή ΙΙα), που χωροθετήθηκε στο Ο.Τ. 345 στο χώρο του Παλαιού Ιπποδρόμου Αθηνών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου τρίτου του ν.3785/2009 (Α’ 138), λειτουργεί υπό την ευθύνη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος Α.Ε.», σύμφωνα και με το σκοπό της, όπως αυτός προβλέπεται στο άρθρο 2 του καταστατικού της, που ως Παράρτημα 4 της Σύμβασης Δωρεάς μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «Κοινωφελές Ίδρυμα ΣΤΑΥΡΟΣ Σ. ΝΙΑΡΧΟΣ» κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου. Η ΚΠΙΣΝ Α.Ε. στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία της εν λόγω παιδικής χαράς.
β. Με την επιφύλαξη των ειδικότερων ρυθμίσεων της παρούσας παραγράφου, ως προς τις προϋποθέσεις και τις τεχνικές προδιαγραφές για τη λειτουργία της ανωτέρω παιδικής χαράς, τα όργανα και τη διαδικασία αδειοδότησης και ελέγχου της, καθώς και τη διαδικασία συντήρησής της, εφαρμόζεται αναλογικά η υπ' αριθμ. 28492/11.5.2009 (Β' 931) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, όπως ισχύει.
γ. Η παιδική χαρά αξιολογείται ως προς την καταλληλότητα λειτουργίας της από την κατά τόπο αρμόδια «Επιτροπή Ελέγχου Παιδικών Χαρών», η οποία συγκροτείται από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παρ. 3 του άρθρου 9 της υπ' αριθμ. 28492/11.5.2009 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών. Η τεχνική έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και στην περίπτωση γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 της εν λόγω απόφασης συντάσσεται από μηχανικό της κατηγορίας Π Ε ή ΤΕ του Δήμου Καλλιθέας ή από μηχανικό όμορου δήμου ή της Περιφέρειας Αττικής, ο οποίος ορίζεται από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής.

Άρθρο 29
Τροποποίηση του άρθρου 62 του ν.4172/2013

1. Η παρ. 2 του άρθρου 62 του ν.4172/2013 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα ή σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και λαμβάνουν αμοιβές για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64.».
2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 62 του ν.4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Κάθε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα ή σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και λαμβάνει αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες ή και αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες υπόκειται σε παρακράτηση φόρου.».

Άρθρο 30
Παράταση προθεσμίας οικειοθελούς αποκάλυψης
φορολογητέας ύλης

1. Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 57 του ν.4446/2016 (Α’ 240) παρατείνεται από τότε που έληξε μέχρι και τις 30.9.2017.
2. Για δηλώσεις που υποβάλλονται από την 1η.6.2017 και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου:
α) ο συντελεστής πρόσθετου φόρου δέκα τοις εκατό (10%) του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν.4446/2016 ορίζεται σε δώδεκα τοις εκατό (12%) του κύριου φόρου,
β) οι συντελεστές πρόσθετου φόρου, δεκαπέντε τοις εκατό (15%) και τριάντα τοις εκατό (30%), της περίπτωσης β' των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 58 του ν.4446/2016 ορίζονται σε δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) και τριάντα έξι τοις εκατό (36%) του κύριου φόρου, αντίστοιχα.
3. Σε περίπτωση που η κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή της πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14 του ν.4174/2013 (Α’ 170) έχει γίνει μέχρι τις 31.5.2017, για δηλώσεις που υποβάλλονται, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α' της παρ. 3 του άρθρου 58 του ν.4446/2016, από την 1η.6.2017 και έως τη λήξη της προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση, εφαρμόζεται ο συντελεστής πρόσθετου φόρου δέκα τοις εκατό (10%) της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν.4446/2016.

Άρθρο 31

Η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν.4402/2016 (Α’ 121) παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2017 και στους υπαλλήλους - εξεταστές υποψηφίων οδηγών και οδηγών θα καταβάλλεται η μηνιαία αποζημίωση, όπως αυτή έχει καθορισθεί στην κ.υ.α. με αριθμ. 75186/10428/15.11.2016 (Β' 4080).

Άρθρο 32

Η παρ. 22 της υποπαραγράφου Γ3 της παρ. Γ’ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (Α’ 94), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν.4423/2016 (Α’ 182), τροποποιείται ως εξής:
1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 5 της παρ. 22 της υποπαραγράφου Γ3 της παρ. Γ’ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η αποζημίωση του δικαστικού λειτουργού και των μελών του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, καθώς και του Προέδρου και των μελών του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, καθορίζεται με την κοινή απόφαση της παραγράφου 3.».
2. Η περίπτωση 10 της παρ. 22 της υποπαραγράφου Γ3 της παρ. Γ’ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται το ύψος της αμοιβής του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής Εξετάσεων. Το παράβολο συμμετοχής στις εξετάσεις ορίζεται στο ποσό των εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.».
3. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης 13 της παρ. 22 της υποπαραγράφου Γ3 της παρ. Γ’ του άρθρου 2 του ν.4336/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πιστοποίησης των φορέων επιμόρφωσης, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις επιμόρφωσης των διαχειριστών αφερεγγυότητας.».

Άρθρο 33
Ρυθμίσεις του ν.2971/2001

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 172 του ν.4261/2014 (Α’ 107) αντικαθίσταται ως εξής:
«Μέχρι τις 31.12.2019, ξενοδοχειακές εν γένει επιχειρήσεις, κάμπινγκ ή κέντρα αναψυχής ή ναυταθλητικά σωματεία εποπτευόμενα από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού θεωρούνται, για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν.2971/2001 (Α’ 285), όμορα και στην περίπτωση που παρεμβάλλεται, μεταξύ των προβολών των πλάγιων πλευρών των ως άνω επιχειρήσεων ή σωματείων και του αιγιαλού, ακίνητο, τη διαχείριση του οποίου έχει η Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.), ακόμα και αν μεταξύ της επιχείρησης ή του σωματείου και του ακινήτου αυτού μεσολαβεί δρόμος οποιασδήποτε μορφής εφόσον προσκομιστεί από τον ενδιαφερόμενο απόφαση του αρμοδίου οργάνου της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε. για εκμίσθωση σε αυτόν.
Η αίτηση προς την ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε. για τη μίσθωση των ακινήτων των οποίων έχει τη διαχείριση συνοδεύεται από απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη από την εφαρμογή OPEN της «Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Α.Ε. (Ε.Κ.Χ.Α. Α.Ε.)» ή από εξαρτημένο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνονται τα όρια της επιχείρησης και ο αιτούμενος προς μίσθωση χώρος.
Το αντάλλαγμα για την παραχώρηση απλής χρήσης ακινήτων, που τελούν υπό τη διαχείριση της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε., στις παραπάνω περιπτώσεις υπολογίζεται βάσει του Κανονισμού του οικείου φορέα διαχείρισης, λαμβάνοντας υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία της τελευταίας πενταετίας που διατηρεί η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας για τη μισθωτική αξία του όμορου αιγιαλού και της παραλίας.».

Άρθρο 34
Τροποποίηση του άρθρου 29 του ν.4172/2013

1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν.4172/2013 (Α’ 167) το οποίο προστέθηκε με την περίπτωση β' της παρ. 3 του άρθρου 44 του ν.4389/2016 (Α’ 94), αντικαθίσταται ως εξής:
«Η μείωση του φόρου της παρούσας παραγράφου για τους ασκούντες αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα εφαρμόζεται μόνο για τους κατ' επάγγελμα αγρότες, όπως αυτοί ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, εφόσον τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός τους προέρχεται από αγροτική δραστηριότητα. Στο εισόδημα του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται η κύρια σύνταξη από ΟΓΑ, οι αμοιβές από παροχή εργασίας με εργόσημο, οι αμοιβές εργαζομένων υπαγομένων στην ασφάλιση ΟΓΑ σε τυποποιητήρια, συσκευαστήρια και σε συναφείς χώρους, για έως εκατόν πενήντα (150) ημερομίσθια ανά έτος, καθώς και οι αμοιβές μελών αγροτικών ή/και γυναικείων συνεταιρισμών, που απασχολούνται περιστασιακά και υπάγονται στην ασφάλιση ΟΓΑ.».
2. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο ισχύουν από 1.1.2016.

Άρθρο 35

1. Τα κτήρια με αριθμούς 5, 6, 7 και 8 του πρώην Στρατοδικείου EAT - ΕΣΑ, μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο αυτών, που βρίσκονται εντός των δημοσίων ακινήτων με ΑΒΚ 1541 και 2927, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία (Β' 229/1997 και Β' 753/1997) και εμφαίνονται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ, που έχει δημοσιευθεί στα ανωτέρω ΦΕΚ, παραχωρούνται, χωρίς αντάλλαγμα, κατά πλήρη κυριότητα, προς την Περιφέρεια Αττικής με σκοπό τη διαφύλαξη και ανάδειξη της ιστορικής μνήμης, που συνδέεται με αυτά. Με την ανωτέρω παραχώρηση δεν θίγεται η χρήση που ορίζεται με τις υπ. αριθμ. 38/2.12.1999/Δ9 και 20/12.6.2007/ΣΤ.2 αποφάσεις της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ). Η παρούσα αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο οικείο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο.
2. Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αποτελεί τίτλο μεταγραφής και εγγραφής στο οικείο κτηματολόγιο ή υποθηκοφυλακείο, δύναται να αρθεί η παραχώρηση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης ή μη πλήρωση των όρων και προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και για λόγους ανωτέρας βίας ή σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος.

Άρθρο 36

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.

Υπομνήματα & Παραρτήματα

Ποιοι μας προτιμάνε